ΣΟΥΗΔΙΑ

Kάπως έτσι ξεκίνησαν όλα…

Σεπτέμβριος του 13΄. Έχοντας γυρίσει από τη δεύτερη μου πρακτική, λίγο νωρίτερα, έχοντας εργαστεί σε υψηλού επιπέδου κουζίνα, η μοναδική μου σκέψη είναι μια κουζίνα στο εξωτερικό.. Ντουμπάι ή Σουηδία; Ναι, δύο διαφορετικά μέρη, σαν σκωτσέζικο ντους!

Στο Nτουμπάι είχα φίλους που μου λέγανε «Έλα να εξελιχθείς είσαι καλός» και στη Σουηδία έναν ξάδερφο, που δε γνωριζόμασταν από κοντά, ήξερα μόνο ότι είναι μάγειρας εκεί… και απλά είχαμε μιλήσει λίγους μήνες νωρίτερα, ρωτώντας τον για συμβουλές και τι πρέπει να επιλέξω για την καριέρα μου στη μαγειρική.

Στέλνω μήνυμα στο Facebook στον Γιάννη, τον ξάδερφο και λέω «Γιάννη καλησπέρα, δεν ξέρω αν με θυμάσαι, αλλά είμαι ο τάδε, είχαμε μιλήσει και παλιότερα και θέλω να σε ρωτήσω, αν χρειάζεστε άτομο στο εστιατόριο».. Παράλληλα, μιλούσα και με το εστιατόριο στο Nτουμπάι. Ο ξάδερφος ούτε φωνή, ούτε ακρόαση… Κλείνω τη δουλειά για το Nτουμπάι, ξεχνάω τη Σουηδία και περιμένω πως και πως να υπογράψω το συμβόλαιο, αλλά μέσα μου δεν ένιωθα και πολύ καλά.

Μετά από 15 μέρες απαντάει ο Γιάννης «Ναι χρειαζόμαστε άτομο, θα κατέβω και Ελλάδα να σε γνωρίσω.. Θα έρθεις Σουηδία; Θα πρέπει να απαντήσουμε άμεσα». Δεύτερες σκέψεις στο μυαλό μου, λες να πάω στα κρύα;

Για 20 ημέρες με ρωτούσε καθημερινά «Τι θα κάνεις τελικά;» Του απαντούσα «Θα πάω Nτουμπάι, τα έχω κανονίσει όλα»… μέσα μου όμως δεν ήθελα, απλά σκεφτόμουν ότι πρέπει να πάω, πρέπει να δουλέψω εκεί, πρέπει, πρέπει …

Βλέπω mail. Το συμβόλαιο έτοιμο, 12 σελίδες, με παράξενους κανονισμούς και κανόνες…. Στέλνω μήνυμα στον ξάδερφο «Ήρθε το συμβόλαιο, δεν το υπογράφω, υπάρχει η θέση ακόμη;».

«Υπάρχει, κάτσε να σου εξηγήσω πώς δουλεύουμε, τι κάνουμε, πώς ζούμε εδώ..». Εκείνη τη στιγμή ηρέμησα, σαν να ήξερα ότι όλα θα πάνε καλά.. αλλά σκεφτόμουν, ότι είχα 300 ευρώ στην τσέπη και ότι έπρεπε να κάνω τη σωστή επιλογή..

26 Οκτωβρίου 2013, του Αγίου Δημητρίου, έχοντας έναν κόμπο στο στομάχι και 800 ευρώ δανεικά, αποχαιρέτησα την οικογένεια μου και τον καρκινοπαθή πατέρα μου, που τελείωνε τις χημειοθεραπείες, ξεκινάω με ομίχλη και καταρρακτώδη βροχή, από τον Βόλο για Θεσσαλονίκη και το αεροδρόμιο Μακεδονία. Δεν ήξερα ούτε από αεροδρόμια, ούτε από βαλίτσες ούτε και καλά Αγγλικά… χαμένος στο διάστημα.

Σε όλη τη διαδρομή από Βόλο μέχρι και το αεροδρόμιο, μία γιαγιά ήταν τυχαία δίπλα μου, με βλέπει, με ρωτάει «Πού πας αγόρι μου;». Της εξηγώ την ιστορία, όχι για να καταλάβει, αλλά περισσότερο για να μου φύγει το άγχος. Ό,τι κινήσεις έκανε για τον έλεγχο, έκανα κι εγώ.. και η μόνη έννοια μου εκείνη τη στιγμή, ήταν να μη μου πετάξουν μια μπανάνα, που είχε η βάλει η μητέρα μου στην τσάντα μου..  Γέλασε «Όχι όχι, δε θα στην πετάξουν» μου είπε.

Ήρθε η στιγμή της απογείωσης. Το ταξίδι ξεκινά, με προορισμό το παγωμένο Όσλο και μετά το Γκέτεμποργκ. Όλως τυχαίως, η γιαγιά είχε τη διπλανή θέση, μου έδωσε κι ένα κουλούρι να φάω και σε όλο το ταξίδι μου έλεγε, πόσο όμορφα είναι εκεί που πάω.

Κατεβαίνω στη Νορβηγία, -2 βαθμούς και στο βάθος, με πλατύ χαμόγελο, να με περιμένει ο ξάδερφος να πάμε οδικώς στο Γκέτεμποργκ, με μια τρελή βροχή να μας ταλαιπωρεί.

Τα είπαμε, τα βρήκαμε, με έβαλε στο σπίτι του, με νεογέννητο μωρό, χωρίς να με ξέρει ούτε η Νάντια, η γυναίκα του. Από τότε γίναμε αχώριστοι, ταξιδέψαμε, φάγαμε, αλητέψαμε, γίναμε μία οικογένεια, πλέον είμαστε και κουμπάροι. Περάσαμε υπέροχα, κάναμε τα πάντα και συνεχίζουμε μέχρι και σήμερα.

Κάθε χρόνο πηγαίνω, τουλάχιστον, δύο με τρεις φορές στη Σουηδία και γενικά στη Σκανδιναβία, είτε για βόλτα και διακοπές, είτε για δουλειά.

Θα μπορούσα να γράψω πολλά, αλλά από αυτή την ιστορία θέλω να κρατήσετε δυο πράγματα, ότι δεν υπάρχει πρέπει και να κάνετε αυτό που λέει η καρδιά σας και όχι αυτό που λένε οι γύρω σας. Τα πράγματα θα γίνουν όλα στην ώρα τους, δεν είμαστε όλοι ίδιοι, όλοι έχουμε κάποιο σκοπό να υπηρετήσουμε σε αυτήν τη ζωή, αρκεί να κάνουμε υπομονή, να έχουμε επιμονή και να μην τα παρατάμε ποτέ!

Όλα γίνονται για κάποιο λόγο!